Κατά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ο ΣΕΒ

 

Με το χθεσινό κυνικό στη διατύπωση και έκφραση δελτίο για την ελληνική οικονομία, ο ΣΕΒ αποκρυσταλλώνει με σαφήνεια τον «εχθρό» της οικονομικής ανάκαμψης στην Ελλάδα: Είναι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας και ο καθορισμός του κατώτατου μισθού. Σύμφωνα με τους βιομηχάνους της χώρας, τα παραπάνω επηρεάζουν αρνητικά την οικονομία ενώ αντίθετα η «αποσπασματική» όπως χαρακτηρίζεται απελευθέρωση της αγοράς εργασίας είναι «στη σωστή κατεύθυνση». Αναγράφεται συγκεκριμένα στο δελτίο του ΣΕΒ:

«Οι κοινωνικοί εταίροι, λαμβάνοντας υπόψη τις πρακτικές σε άλλες χώρες, όπως καταγράφονται από τον ΟΟΣΑ και παρουσιάζονται στο σημερινό δελτίο, πρέπει να βρουν ένα νέο modus vivendi στις εργασιακές σχέσεις, ώστε η χώρα να μην επαναλάβει τα αδιέξοδα των εργασιακών πρακτικών του παρελθόντος που συνέβαλαν στην κρίση που μας έφερε στη σημερινή δυσμενή κατάσταση. Στη χώρα μας το σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων που ίσχυε πριν την κρίση αγνοούσε την αναγκαία διασύνδεση της μακροχρόνιας εξέλιξης των μισθών με την εξέλιξη της παραγωγικότητας, και την ανταγωνιστικότητα των κλάδων των διεθνώς εμπορευσίμων αγαθών και υπηρεσιών. Ο τρόπος καθορισμού των μισθών είχε σημαντικές αρνητικές επιδράσεις στην ευελιξία των μισθών σε επιχειρησιακό επίπεδο, και ως εκ τούτου, την ανταγωνιστικότητα, τις επενδύσεις και την απασχόληση στην ελληνική οικονομία. Ουσιαστικά, οι κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις, σε συνδυασμό με την επέκταση, επέβαλαν κατώτατους μισθούς σε ολόκληρους κλάδους ή επαγγέλματα, εμποδίζοντας την αποτελεσματική προσαρμογή στη συγκυρία των επιχειρήσεων που δεν είχαν ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη. Η μόνη διέξοδος για αυτές ήταν η μείωση της απασχόλησης και η αδήλωτη εργασία, με αποτέλεσμα τη σταδιακή διαμόρφωση υψηλής διαρθρωτικής ανεργίας στη χώρα μας, ειδικότερα στη νεότερη γενιά. Η αγορά εργασίας έχει απελευθερωθεί τα τελευταία χρόνια αποσπασματικά, αλλά προς τη σωστή κατεύθυνση».

Ο ΣΕΒ υποστηρίζει δηλαδή ότι «το σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων που ίσχυε πριν την κρίση»  αποτελούσε  εν πολλοίς την αιτία «που μας έφερε στη σημερινή δυσμενή κατάσταση». Ωστόσο, η Eurostat, στις αρχές του χρόνου μας ενημέρωσε ότι από από την 1η Ιανουαρίου 2017, 22 από τα 28 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν εθνικούς κατώτατους μισθούς (εξαιρέσεις αποτελούν η Δανία, η Ιταλία, η Κύπρος, η Αυστρία, η Φινλανδία και η Σουηδία). Προσθέτει επίσης ότι σε σύγκριση με το 2008, οι εθνικοί κατώτατοι μισθοί αυξήθηκαν σε όλα τα κράτη-μέλη εκτός από την Ελλάδα, όπου μειώθηκαν κατά 14%.

Ανάκαμψη με ελαστικές μορφές εργασίας;

Η συνέχεια του δελτίου παρουσιάζει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Γράφει λοιπόν το δελτίο:

«Δεν είναι τυχαία η ανάκαμψη της απασχόλησης από το 2012 και μετά, όταν μειώθηκε ο κατώτατος μισθός και διευκολύνθηκαν πιο ευέλικτες μορφές απασχόλησης  ώστε να αντιμετωπισθεί η λαίλαπα της ύφεσης, που προήλθε όχι μόνο από την τεράστια δημοσιονομική προσαρμογή, αλλά και τον τρόπο που αυτή επιχειρήθηκε μέσω της υπερφορολόγησης των επιχειρήσεων και της εργασίας. Από την άλλη πλευρά, σε ένα εξαιρετικά δυσμενές υφεσιακό περιβάλλον, το άμεσο αποτέλεσμα της μεγαλύτερης ευελιξίας στην αγορά εργασίας ήταν η εμφάνιση αθέμιτων μορφών αδήλωτης εργασίας, με την de facto παράκαμψη ακόμη και αυτού του μειωμένου επιπέδου του κατώτατου μισθού, σε μια προσπάθεια επιβίωσης των μικρών, κυρίως, επιχειρήσεων που πλήττονταν δυσανάλογα από την κρίση και την υπερφορολόγηση».

Εδώ, η τάξη των βιομηχάνων, αφενός φαίνεται σχεδόν να πανηγυρίζει για την «ανάκαμψη της απασχόλησης», τη μείωση του κατώτατου μισθού και την «διευκόλυνση»  των ευέλικτων μορφών απασχόλησης, αφετέρου ομολογεί τις παράνομες πρακτικές της μαύρης εργασίας και της καταστρατήγησης της πληρωμής του κατώτατου μισθού. Ωστόσο εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με διευκόλυνση, αλλά με καθιέρωση της επονομαζόμενης «ευέλικτης» εργασίας. Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση το 2017, το ποσοστό της μερικής απασχόλησης έχει σταθεροποιηθεί σε υψηλό επίπεδο, στο 9,7% επί του συνόλου της απασχόλησης, όταν το 2009 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν περίπου 6%. Η έκθεση προσθέτει επίσης ότι το 68,9 % των εργαζομένων που απασχολείται με καθεστώς μερικής απασχόλησης δηλώνει ότι το κάνει γιατί δεν μπορούσε να βρει θέση εργασίας πλήρους απασχόλησης. «Με άλλα λόγια, η αύξηση της μερική απασχόλησης δεν είναι αποτέλεσμα της θέλησης των εργαζόμενων για ευελιξία στο ωράριο ή στον τύπο εργασίας τους, αλλά αδυναμίας της οικονομίας να δημιουργήσει ποιοτικές θέσεις εργασίας», συμπεραίνει η έκθεση. Ενδεικτικό της ταχείας μετάβασης στη νέα εργασιακή πραγματικότητα, είναι ότι ήδη από το 2015, 363.710 εργαζόμενοι, επί συνόλου 1.619.845, απασχολούνταν σε συνθήκες εκ περιτροπής η μερικής απασχόλησης, παρουσιάζοντας άνοδο της τάξης του 22,45 % σε σχέση με το 2014, σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας και του ΟΑΕΔ-Εργάνη.

Μαστίγιο και καρότο

Ο ΣΕΒ πάντως φροντίζει να προσφέρει και… γέλιο υποστηρίζοντας ότι με το υπάρχον μοντέλο,  οι επιχειρήσεις  θα αρχίσουν να προσφέρουν, κάποια στιγμή στο αόριστο μέλλον, και αυξήσεις, υιοθετώντας εν μέρει την τακτική του μαστιγίου κι του καρότου.

«Εάν αποκατασταθούν οι συνθήκες βιώσιμης ανάπτυξης και αυξηθεί η ζήτηση για εργασία, οι επιχειρήσεις θα αρχίσουν να προσφέρουν υψηλότερους μισθούς και καλύτερους όρους εργασίας ώστε να εξασφαλίσουν τις απαιτούμενες εξειδικεύσεις και, έτσι, σταδιακά, θα «ομαλοποιηθεί» η αγορά εργασίας. Εάν, όμως η αναπτυξιακή διαδικασία εκτροχιασθεί, τότε καμία επαναφορά του κατώτατου μισθού σε υψηλότερα επίπεδα ή ο εξαναγκασμός των επιχειρήσεων να πληρώνουν μισθούς πέραν των δυνατοτήτων τους με βάση συλλογικές συμβάσεις εργασίας σε κλαδικό/εθνικό επίπεδο, δεν πρόκειται να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και φορολογικά έσοδα».

Είναι ξεκάθαρο ότι ο ΣΕΒ προτιμά να καθορίζεται αποκλειστικά από τους εργοδότες τυχόν μισθoλογική αύξηση για τους εργαζόμενους και όχι από τις συμβάσεις εργασίας. Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να εκδοθεί ένα άλλο δελτίο από τον ΣΕΒ που να μας εξηγεί πότε συνέβη αυτό στο όχι μακρινό παρελθόν, όταν οι οικονομικοί δείκτες της Ελλάδας ήταν σε υψηλά επίπεδα και η «αναπτυξιακή διαδικασία» βρισκόταν σε ακμή.

Τέλος το δελτίο του ΣΕΒ εκφράζει μία αλήθεια που αποτυπώνει ίσως και την ουσιαστικότερη παράμετρο της συζήτησης.

«Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η  «εργασιακή ζούγκλα» στην απασχόληση δεν ευθύνεται για την ύφεση της οικονομίας, αντίθετα προϋπήρχε της κρίσης και εντάθηκε από τη μακροχρόνια ύφεση».

Πράγματι, η «εργασιακή ζούγκλα» ήταν παρούσα για πολλά χρόνια στην εργατική πραγματικότητα της χώρας. Η παραδοχή αυτή όμως, δεν αποδυναμώνει ταυτόχρονα όλα τα προηγούμενα επιχειρήματα των βιομηχάνων, καθώς από τη μία επιθυμούν την πλήρη απορρύθμιση των εργασιακών δικαιωμάτων υποσχόμενοι ότι θα δώσουν οι ίδιοι αυξήσεις ενώ από την άλλη παραδέχονται ότι ακόμα και μέσα σε συνθήκες, φαινομενικής τουλάχιστον, εργασιακής ομαλότητας υπήρχαν συνθήκες ζούγκλας; Ίσως μας δοθούν απαντήσεις σε κάποιο μελλοντικό δελτίο.